Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Αναμνήσεις θερισμού...

Ιούνιος
Ο λαός μας τον λέει και θεριστή, γιατί τότε γίνεται το θέρισμα, η σημαντικότερη ίσως δουλειά του γεωργού, τότε αρχίζει να εσοδεύει, τότε νοιώθει να δικαιώνονται τα κόπια του.
Ο θερισμός πρέπει να γίνει γρήγορα για το φόβο της βροχής.
Θέλει σβελτάδα και προκοπή.
Ο λαός θέλοντας να δείξει πόσο απαιτητική δουλειά είναι έλεγε: "θέρος, τρύγος, πόλεμος".
Βέβαια, αναφέρονταν στην εποχή που θέριζαν με το δρεπάνι κάτω απ’ το καυτερό λιοπύρι, κι’ όχι σήμερα που οι θεριστικές μηχανές ορμάνε στους κάμπους και θερίζουν χιλιάδες στρέμματα σε μια μέρα.


Την εποχή εκείνη λοιπόν, οι θεριστάδες έπιαναν μια μια αρμαθιά στάχυα και τα θέριζαν με το δρεπάνι, πίσω τους οι γυναίκες τα έδεναν σε δεμάτια χρησιμοποιώντας πάλι στάχυα, σκληρή δουλειά μες το καλοκαίρι!
Ο γεωργός όμως, την ώρα της συγκομιδής αισθάνονταν την ανάγκη να ευχαριστήσει και να εξευμενίσει το δαίμονα της βλάστησης, τη δύναμη που τον βοηθούσε να πάει καλά η σπορά του.
Γι’ αυτό δεν θέριζε ολότελα το χωράφι του, δεν έπαιρνε όλη τη σοδειά, άφηνε και σ’ εκείνον κάτι ώστε του χρόνου να τον έχει συμπαραστάτη.
Ο θερισμός ήταν αληθινή γιορτή και τελείωνε μέσα Ιουλίου.
Οι οικογένειες φόρτωναν στα μουλάρια τα πράγματά τους, έπαιρναν τα ζώα τους και ξεκίναγαν για τα χωράφια όπου έμεναν σε καλύβες, σχεδόν όλο το καλοκαίρι.
Στο θερισμό συμμετείχε όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι.
Πολλές μικρομάνες που δεν είχαν πεθερά ή μάνα στο σπίτι, έπαιρναν τα μικρά στη σαρμανίτσα ή νάκα και τα κρέμαγαν στον ίσκιο των δέντρων.


Κάθε μέρα ξεκινούσαν νωρίς το πρωί, γιατί η ζέστη του καλοκαιριού ήταν αφόρητη.
Οι γυναίκες φορούσαν μια άσπρη μαντίλα για τον ήλιο και οι άντρες τις ασκιάδες, που έφτιαχναν από στάχια. Οι γυναίκες θέριζαν και οι άντρες έδεναν τα χερόβολα δεμάτια και τα κουβαλούσαν στις θημωνιές για το αλώνισμα. Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό, καθόντουσαν καταγής στη σκιά κάποιου δέντρου, ή αν δεν υπήρχε δέντρο, έφτιαχναν κιόσκι με ξύλα και κλαδιά.
Το φαγητό ήταν απλό και ελαφρύ, ψωμί, ελιές, τυρί, ντομάτες και φρούτα.
Μετά το μεσημέρι, ξεκινούσε και πάλι ο θερισμός μέχρι να σουρουπώσει.
Πολλές φορές η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Το τελευταίο φαγητό που τρώγανε στο χωράφι οι θεριστές το ονόμαζαν «καρποθέρι». Για να περνάει ευχάριστα η μέρα τους, δεν σταματούσαν τα χωρατά και τα τραγούδια. Όταν ο θερισμός τέλειωνε οι γεωργοί άφηναν στο τελευταίο χωράφι λίγα στάχια αθέριστα για να «ρίξουν το δράκο» όπως έλεγαν. Τα εργαλεία τους ήταν το δρεπάνι και η παλαμαριά.
Η παλαμαριά, ήταν ένα ξύλινο γάντι, για να πιάνουν τα στάχυα και να μην κόβονται.
Το δρεπάνι είχε σχήμα μισοφέγγαρου με ξύλινη λαβή και με αυτό έκοβαν τα στάχυα.
Τα στάχυα τα έκαναν δεμάτια και τα φόρτωναν στα μουλάρια και τα πήγαιναν στο αλώνι.
Εκεί τα έβαζαν το ένα πάνω στο άλλο, τις θημωνιές.
Με το τέλος του θερισμού, οι νοικοκυρές ετοίμαζαν ένα γλυκό, που το μοίραζαν με ευχές «άντε και του χρόνου».

κειμενο: Κωστας Καψάλης

Δεν υπάρχουν σχόλια: